επηπύω

ἐπηπύω (Α)
1. επευφημώ, επιδοκιμάζω με κραυγές
2. αλαλάζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ηπύω «καλώ, προφέρω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπήπυον — ἐπήπῡον , ἐπηπύω shout in applause imperf ind act 3rd pl ἐπήπῡον , ἐπηπύω shout in applause imperf ind act 1st sg ἐπή̱πυον , ἐπηπύω shout in applause imperf ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἐπή̱πυον , ἐπηπύω shout in applause imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπήπυεν — ἐπήπῡεν , ἐπηπύω shout in applause imperf ind act 3rd sg ἐπή̱πυεν , ἐπηπύω shout in applause imperf ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) ἐπήπῡεν , ἐπηπύω shout in applause imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηπύω — ἠπύω, δωρ. και αρκ. τ. ἀπύω (Α) 1. προσκαλώ κάποιον, φωνάζω κάποιον («ὅθι ποιμένα ποιμήν ἠπύει», Ομ. Οδ.) 2. επικαλούμαι κάποιον («ἄπυεν Εὐτρίαιναν», Πίνδ.) 3. (για άνεμο) πνέω ηχηρά («οὔτ ἄνεμος τόσσον περὶ δρυσὶν ὑψικόμοισι ἠπύει», Ομ. Ιλ.) 4.… …   Dictionary of Greek

  • ἐπηπύοντες — ἐπηπύ̱οντες , ἐπηπύω shout in applause pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.